Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010

ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ ΓΙΑ ΣΕΝΑ

 (απόσπασμα από το μυθιστόρημα "ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ")

 Ντριν ντριιιιιν… ακούστηκε από το βάθος του σπιτιού το κουδούνι της εξώπορτας. 
 Η θεία σηκώθηκε για να πάει να ανοίξει την πόρτα αφού πρώτα ζήτησε συγνώμη στον Έκτορα για την διακοπή. Αυτός την παρακολουθούσε όπως σηκώθηκε από την πολυθρόνα της και δεν χόρταινε να την καμαρώνει καθώς ο αέρινος βηματισμός της κάθε άλλο παρά μεσόκοπη γυναίκα θύμιζε.
Την άκουσε να χαριεντίζεται στην πόρτα και σε λίγο την είδε να κάνει την εμφάνισή της… διπλή!!! Μια άλλη κοπέλα στα ίδια κυβικά με την θεία, ντυμένη με την ίδια αθλητική φόρμα, σπορτεξάκια κι ένα πολύχρωμο πουά μαντήλι στο κεφάλι, από το οποίο ξέφευγαν κάποιες ξανθές τουφίτσες, παρουσιάστηκε μαζί της. Ήταν η γειτόνισσά της η Λίλα που έμενε δίπλα και ήρθε να της φέρει μια μηλόπιτα που έφτιαξε με τα χεράκια της. Η θεία την έφερε μέσα για να συστήσει το «καμάρι της», τον ανηψιό της τον Έκτορα που σε λίγες μέρες θα πήγαινε φαντάρος.
Σε όλη την γειτονιά ήταν γνωστή και αγαπητή η Ιόλη. Είχε πάψει σχεδόν να μαγειρεύει γιατί όλο και κάποια από τις γειτόνισσες την φίλευαν από αυτά που μαγείρευαν. Όχι μόνο οι γειτόνισσες, αλλά και κάποιοι άντρες γείτονές της μερικές φορές της έφερναν τρόφιμα και γλυκά που έφτιαχναν οι ίδιοι. 

    «Τα πέτυχα; Τα πέτυχα;» την άκουσε ο Έκτορας να ρωτάει την θεία του πριν εμφανιστούν μπροστά του.
    «Ποια αν πέτυχες γλυκιά μου;» την ρώτησε με την γνωστή αγαπησιάρικη φωνή η Ιόλη.
    «Τα μαλλιά μου καλέ! Πέτυχα το χρώμα να είναι ίδιο με το δικό σου αυτήν την φορά;» ξανάκουσε την άλλη να ρωτάει με νάζι.
    «Που να καταλάβω ρε μωρό μου με το μαντήλι; Πάμε έξω και θα τα δω στο φως», απάντησε η θεία καθώς έβγαιναν στον κήπο.
    «Από εδώ ο ανηψιός μου ο Έκτορας. Έκτορα από δω η φίλη μου η Λίλα», έκανε τις συστάσεις η Ιόλη.
    «Γειά σου Έκτορα, χάρηκα» του είπε απλώνοντας χαδιάρικα το χέρι της για να τον χαιρετήσει και συνέχισε προς την Ιόλη: «Δεν μου είχες πει ότι έχεις τέτοιο παίδαρο ανιψιό». Αυτόματα  γύρισε  το κεφάλι της προς το μέρος της Ιόλης και συνέχισε ψιθυριστά: «δεν νομίζω να είναι γκόμενος και να διέκοψα κάτι;»
    «Μπα σε καλό σου βρε Λίλα, νάσαι καλά κορίτσι μου με τα ωραία σου» απάντησε γελαστά εκείνη.
    «Πες μου λοιπόν εσύ γλυκιέ μου, πόσα χρόνια την έχεις θεία την Ιόλη;» απευθύνθηκε με σκέρτσο κουνώντας το δάχτυλό της προς τον Έκτορα.

Καθώς εκείνος κόμπιασε στο να δώσει την απάντηση, τον άρχισε στις ερωτήσεις, γλυκοκοιτάζοντάς τον από την κορφή ως τα νύχια. Που μένει, πότε πάει φαντάρος, τι σπουδάζει… μην αφήνοντάς του καλά καλά χρόνο να ολοκληρώσει την απάντησή του σε κάθε της ερώτηση.
Ο Έκτορας κάθε άλλο παρά να δυσανασχετεί έδειχνε, μάλλον διασκέδαζε με όλη αυτή την παιδική αθωότητα που έδειχνε η Λίλα. Αυτή πάλι σε χρόνο ντε τε του αποκάλυψε ότι ήταν παντρεμένη 5 χρόνια, ότι είχε μια κόρη 4 χρονών ήδη και ότι πολύ θα ήθελε να την δει να παντρεύεται με ένα παλληκάρι όπως εκείνον.

    «Να παντρεύεται;» απόρησε ο Έκτορας. «Ακόμα δεν πήγε σχολείο το παιδάκι, την παντρειά του σκέφτεστε;» την ρώτησε γελώντας.
    «Για μικρός μικρός παντρέψου, για μικρός καλογερέψου» του είπε με χάρη αυτή.

Δεν παρέλειψε να του πει ότι ο άντρας της είναι ταχυδρόμος, ότι του κάνει συνέχεια παράπονα ότι δεν την αγαπάει γιατί ενώ πηγαίνει γράμματα σε όλο τον κόσμο, σε αυτήν δεν πηγαίνει κανένα φάκελο και ότι εκείνος την αποστομώνει λέγοντάς της: «κάθε τέλος του μήνα, τον γεμάτο με χαρτονομίσματα φάκελο, ποιος στον φέρνει και στον ακουμπάει;».
Μιλούσε γάργαρα και η φωνή της είχε ένα χαρούμενο τόνο που είχε διώξει από τον Έκτορα την αρχική ενόχληση για την διακοπή στην αφήγηση της θείας.

    «Νομίζω ότι αυτό είναι» ακούστηκε η φωνή της θείας να σπάει τον μονόλογο της Λίλας.
    «Αυτό;  δηλαδή ποιο» ρώτησε με απορία εκείνη, ενώ συνέχιζε παράλληλα να εξηγεί στον Έκτορα ότι κάνει στον άντρα της αυτά τα ναζάκια για να τον αναγκάζει να της λέει συχνά ότι την αγαπάει και να διατηρεί το ενδιαφέρον του ζωντανό πάνω της.
    «Ε βγάλτο επιτέλους αυτό το μαντήλι βρε κορίτσι μου», της είπε διακόπτοντάς την πάλι η θεία Ιόλη. «Πως θα καταλάβω το χρώμα στα μαλλιά σου, αφού μου τα έχεις φασκιωμένα με την μαντήλα;» κατέληξε.
Έτσι η Λίλα αποσπάστηκε από τον Έκτορα, έβγαλε το μαντήλι από το κεφάλι της και γυρνώντας προς την μεριά της Ιόλης, λαμπύρισαν στον ήλιο δυο κοκαλάκια σε σχήμα κορώνας που είχε καρφωμένα πάνω στα μαλλιά της. Αντάλλαξαν με την Ιόλη κουβέντες για το χρώμα και τα νούμερα της βαφής και μετά ζητώντας συγνώμη για την διακοπή, τους χαιρέτησε και προχώρησε προς την έξοδο.  Η Ιόλη την συνόδεψε ευχαριστώντας την για μια ακόμα φορά για την μυρωδάτη μηλόπιτα που της έφερε, η οποία είχε ήδη να σκανδαλίζει τον Έκτορα.
Καθώς τις έβλεπε από πίσω ο Έκτορας φαινόντουσαν απολύτως ίδιες. Θα έλεγε κανείς ότι είναι δίδυμες.
>>Πόσο διαφορετικές όμως είναι από μπροστά…! σκέφτηκε.

Η θεία βγήκε σε λίγο πάλι στον κήπο σκασμένη στα γέλια.
    «Μπα σε καλό της η Λίλα. Είναι περιβόλι η άτιμη…» φάνηκε σαν να μονολογούσε.
    «Καλέ τι σίφουνας είναι αυτή;» ρώτησε με απορία ο Έκτορας.
    «Πρόσφατα μετακομίσανε στην γειτονιά μας. Δεν θάχουνε συμπληρώσει μισό χρόνο ακόμα. Της αρέσει πολύ να φτιάχνει γλυκά και από τότε που μου έφερε την πρώτη μηλόπιτα την οποία λάτρεψα και της το είπα, κάθε βδομάδα μου φτιάχνει κι από μία», του αποκρίθηκε η Ιόλη.
    «Ναι, μυρίζει καταπληκτικά. Τι λες;… την… τσακίζουμε;» ρώτησε με μάτια που γυάλιζαν ο Έκτορας.
    «Πείνασες αγόρι μου; Ξεχάστηκα με την ιστορία να σε ρωτήσω αν θέλεις κάτι να φας».
    «Όχι μωρέ, δεν πεινάω. Αλλά αυτή η μυρωδιά μου έσπασε τα ρουθούνια τώρα», έκανε αυτός παιχνιδιάρικα.
    « Ε τότε κάτσε να σου κάνω και την άλλη μαγκιά», αποκρίθηκε με τσαχπινιά η θεία. Πήρε την μηλόπιτα στην κουζίνα και μετά από λίγη ώρα βγήκε έξω κρατώντας ένα δίσκο με δυο πιατάκια και δυο ποτήρια νερό. Είχε κόψει από ένα κομμάτι μηλόπιτα για τον καθένα και στην άκρη στο κάθε πιατάκι είχε βάλει από μια μπάλα παγωτό.
Μέχρι να γυρίσει η θεία από την κουζίνα βρήκε την ευκαιρία ο Έκτορας να στείλει ένα μήνυμα από το κινητό του, σε μια φίλη του που τον περίμενε να βγούνε. Δεν της είχε κλείσει κανένα ραντεβού, αλλά δεν της το είχε αποκλείσει κιόλας. Οπότε ήταν σωστό να την ενημερώσει ότι δεν πρόκειται να συναντηθούνε, να κανονίσει κι εκείνη να βγει αν ήθελε. Μην της χαλάσει το βράδυ της κοπέλας.
    «Ουάου!» αναφώνησε ανοίγοντας διάπλατα τα μάτια του ο Έκτορας.

    «Μηνυματείς;» τον ρώτησε με νόημα η θεία.
    «Όχι εμ εμ εσ-άρω» της απάντησε με κάποιο δισταγμό.
    «Δεν νομίζω να στέλνεις καμιά δική μου φωτογραφία…» πρόσθεσε εκείνη χαριτωμένα και στην απορημένη ματιά που της έριξε σηκώνοντας το κεφάλι του από την οθόνη, του χαμογέλασε με νόημα.
    «Το παγωτό μου το έφερε χτες ο Νίκος, ένα παλληκάρι που μένει στη δίπλα πολυκατοικία και που του αρέσει κι αυτουνού να μαγειρεύει και να φτιάχνει γλυκά», εξήγησε η θεία, καθώς ο Έκτορας πληκτρολογούσε το send για να στείλει το μήνυμα.
    «Δηλαδή όλοι στην γειτονιά σε φιλεύουν εσένα; Και που τα ξέρεις εσύ αυτά;»
    «Όταν φτιάχνω και εγώ κάτι, τους μοιράζω. Κυρίως γλυκά! Για το βράδυ έχεις να επιλέξεις μεταξύ ενός κομματιού μουσακά, ή μια μερίδα μπάμιες ή τηγανητά αυγά με ψωμί. Όλο και κάτι ξέρουμε και εμείς!» του απάντησε.
    «Άτσα η θεία! Πες μου ότι και αυτά στα έχουνε φέρει οι γείτονες», είπε το αγόρι.
    «Όχι, τα αυγά θα τα τηγανίσεις μόνος σου αν θέλεις. Τα άλλα είναι στο ψυγείο και θα τα ζεστάνουμε στα μικροκύματα. Τον μουσακά μου τον έφερε ο Γιώργος και τις μπάμιες η Ασημίνα. Πολύ καλά παιδιά που μένουνε στα διπλανά σπίτια. Ο Γιώργος είναι κομμωτής και μένει στην πολυκατοικία της Λίλας και η Ασημίνα φοιτήτρια. Μένει δυο στενά παρακάτω. Αλήθεια εσύ ξέρεις να φτιάχνεις μουσακά;» τον ρώτησε.
    «Μόνο μουσακά; Μωρέ εγώ και coq au vin σου φτιάχνω», της είπε με γαλλική προφορά ξεκαρδιζόμενος στα γέλια, ενώ έπαιρνε το πιατάκι του από το δίσκο, γλείφοντας τα χείλη του.

Για λίγη ώρα αφοσιώθηκαν στην απόλαυση της μηλόπιτας και κανείς δεν είχε βγάλει τσιμουδιά. Μόνο κάτι μμμμμ και γουργουρίσματα από πλευράς Έκτορα είχαν ακουστεί.
Ενώ δεν είχαν προλάβει καλά καλά να πιούνε το νερό τους, να βρέξει και λίγο το λάρυγγά της η Ιόλη που τόση ώρα μιλούσε ακατάπαυστα, άλλο ντριιιιιιιιν έκανε την έφοδό του σκίζοντας την σιωπή που είχε προηγηθεί συνοδεύοντας το σιωπηλό τους μάσημα. Σκουπίζοντας τα χείλη της με την αναστροφή του χεριού της κατευθύνθηκε προς το καθιστικό που είχε αφήσει το τηλέφωνο.

    «Βρες καλώς την Δανάη, ναι εδώ είναι το αστέρι μου» την άκουσε από μέσα να λέει.
Μια γκριμάτσα δυσαρέσκειας σχηματίστηκε στο πρόσωπό του, γιατί δεν του άρεσε καθόλου να παίρνει η μάνα του τηλέφωνο να δει που είναι, λες και είναι κανένα μωρό ολόκληρος άντρας. Αυτό το κακό συνήθειο να θέλει να τον ελέγχει, του έκανε τα νεύρα κουρέλια. Το ίδιο βέβαια έκανε και στην Μαριάνθη την αδελφή του, αλλά αυτός όμως ήταν άντρας!  Βρε δεν πάει να της είχε κάνει σκηνές επί σκηνών, το χαβά της αυτή! Και για την Μαριάνθη την είχε «κράξει» εξάλλου.
    «Κοτζαμάν γυναίκα» της είχε πει, «θα την αφήσεις στην ησυχία της επιτέλους;» και η Δανάη τα είχε «πάρει στο κρανίο».

Ρε παιδί μου, αν οι γυναίκες είναι τόσο υστερικά όντα, δεν πρόκειται ποτέ να παντρευτεί αυτός, σκεφτόταν.
>>Πόσο δύσκολο είναι δηλαδή να κρατήσει κανείς την ψυχραιμία του λίγο και να μην υστεριάζεται με το παραμικρό; αναρωτιόταν.

Είχε συνδέσει τις γυναίκες με την υστερία. Όμως σκεφτόμενος την αδελφή του αυτό δεν ίσχυε. Η Μαριάνθη κάθε άλλο παρά υστερικιά ήταν. Μουρλόγκα μπορούσε να την πει, αναίσθητη ίσως (μια και όταν καθόταν στον καθρέφτη ξεχνούσε να ξεκολλήσει, κάνοντας μερικές φορές ώρες να βγει από τον καμπινέ), αλλά υστερικιά όχι. Τα «ζώα μου αργά» την είχε αποκαλέσει τις προάλλες ο πατέρας τους, αλλά εκείνης ούτε που της κάηκε καρφάκι. Η θεία από την άλλη, άλλου παππά ευαγγέλια! Όμορφη, ενδιαφέρουσα, γλυκομίλητη, συζητήσιμη… επίκαιρη! Ούτε με την αδελφή του δεν είχε τέτοια επικοινωνία και ας είχε τα μισά χρόνια της θείας. Η Λίλα πάλι… Τι ήταν πάλι αυτό; άλλο φρούτο!

Είχε αρχίσει να χάνεται σκεπτόμενος την διαφορετικότητα του κάθε ατόμου, ακόμα και όταν ανήκει στο ίδιο φύλο, πόσο μάλλον όταν μετά προστίθεται η διαφορετικότητα φύλων, ιδεολογιών κατόπιν, βιωμάτων στην συνέχεια … κλπ. Ρίχνοντας μια ματιά (από αυτές τις ασυναίσθητες που συνήθιζε), στο ρολόι του, άρχισε να δικαιολογεί την μάνα του για το τηλεφώνημά της. Είχε πει ότι θα της τηλεφωνούσε αυτός το απόγευμα να της πει τι θα κάνει, και το απόγευμα μάλλον είχε περάσει…
Η Ιόλη έβγαινε τώρα στον κήπο με το φορητό τηλέφωνο ανά χείρας και αφού χαιρέτισε γελαστή την Δανάη, έδωσε το ακουστικό στον Φοίβο για να συνεννοηθεί κι αυτός μαζί της. 

Όταν μετά από λίγη ώρα πήρε το δίσκο να τον πάει στην κουζίνα, ο Έκτορας πήγε πίσω της.
    «Δεν ανοίγεις την τηλεόραση να δούμε τι έχουνε να μας πούνε και σήμερα;» του φώναξε καθώς περνούσαν από το καθιστικό.
Ο Έκτορας πάτησε ένα νούμερο στο πληκτρολόγιο και έπεσαν σε δελτίο ειδήσεων:
- ένας υπάλληλος κούριερ σκοτώθηκε καθώς ανατινάχτηκε στα χέρια του δέμα…
- αποκαλύφθηκε σκάνδαλο του ΙΚΑ. Είχαν «κουκουλώσει» τα χρέη μιας μεγάλης εταιρείας με αποτέλεσμα να χάσει το δημόσιο….
- σεισμός μεγάλης έντασης στη Χιλή…
- αποκαλύφθηκε κύκλωμα παιδικής πορνογραφίας μέσω του διαδικτύου…
- Η κυβέρνηση με άστοχες κινήσεις έφερε την χώρα σε αδιέξοδο…
    «Α πα πα… τι τα θέλεις βρε θεία; Όλο καταστροφές και κακομοιριά μοιράζουν τα δελτία…» της είπε, ενώ με την άκρη του ματιού του την έβλεπε να μετράει με τα δάχτυλα.
    «Πάντως 3 στα 5 στα έχω στην συνέχεια της ιστορίας», του είπε γελώντας και κουνώντας το κεφάλι της αυτή.
- πλαστά έγγραφα παρουσίασε εταιρία του δημοσίου στις ανακριτικές αρχές…
    «Χα! 4 στα 6 σου έχω λοιπόν», του φώναξε θριαμβευτικά καθώς η νέα είδηση προστίθοταν στο δελτίο.
    «Μα τι κάνεις; μετράς; Τι μετράς εκεί;» την ρώτησε απορημένος αυτός.
    «Κάθε μέρα αγόρι μου, σε κάθε δελτίο ειδήσεων βλέπω τουλάχιστον 3 με 4 περιστατικά για τα οποία έχω προσωπική γνώση.  Για τα περισσότερα από αυτά την γνώση την απέκτησα μέσω του Φοίβου. Καθημερινά λοιπόν βρίσκω τουλάχιστον 3 με 4 περιπτώσεις που με κάνουν να θυμάμαι τα λόγια του. Αρκετά όμως για σήμερα. Θα σου συνεχίσω την υπόλοιπη ιστορία αύριο. Ζέστανε όποιο από τα φαγητά θέλεις, φτιάξε αυγά, κάνε ότι θέλεις… Εγώ θα πάω να σου ετοιμάσω το δωμάτιο ώστε να καθίσουμε μετά σαν άνθρωποι να δούμε καμιά ταινία και να πάμε για ύπνο ότι ώρα θελήσουμε. Στο δωμάτιο του Φοίβου θα σε βάλω να κοιμηθείς απόψε.».

Δεν είχε προλάβει να τελειώσει την κουβέντα της και το κινητό του Έκτορα άρχισε να κάνει έναν σπαστικό ήχο.

    «Δεν το πιστεύω! Η μάνα μου πάλι είναι», είπε αυτός και έσπευσε να το απαντήσει με φανερή δυσαρέσκεια.
    «Ναι μαμά… καληνύχτα μαμά… όνειρά γλυκά μαμά…» τον άκουσε να της φωνάζει βαριεστημένα και με ειρωνία.
    «Ορίστε! Με πήρε στο κινητό για να μου πει να μη σε αναστατώσω, να μη σε κουράσω, να είμαι φρόνιμος… Όταν λέω εγώ ότι με αντιμετωπίζει σαν να είμαι κανένα μωρό, έχω δίκιο εγώ!». Μίλαγε γρήγορα και τσαντισμένα.
    «Τι ήχος είναι αυτός που έχεις βάλει για την μάνα σου, βρε κάθαρμα;» τον ρώτησε πονηρά αυτή.
    «Και λίγος είναι! Δεν θα βρω καμιά σειρήνα περιπολικού; Τέτοιο ήχο κλήσης θα της βάλω» έλεγε με πείσμα αυτός.

Η Ιόλη ανέβηκε στη σκάλα και πήγε να ετοιμάσει το δωμάτιο επάνω και ο Έκτορας πήγε στην κουζίνα να βγάλει τα φαγητά από το ψυγείο και να τα ζεστάνει στον φούρνο μικροκυμάτων. Αποφάσισε να φάει λίγο από το μουσακά και λίγες από τις μπάμιες, έτσι ώστε να ικανοποιήσει αφενός την λαιμαργία του και να δει και τις μαγειρικές ικανότητες του Γιώργου και της Ασημίνας αφετέρου, μια και του Νίκου και της Λίλας της είχε ήδη γευτεί.
Έβαλαν να δούνε σε dvd το Avatar, ενώ είχαν πάρει μικρά πιατάκια στο τραπεζάκι του καθιστικού για να μπορούν να έχουν την άνεσή τους. Έκοψε στα γρήγορα και μια σαλάτα η θεία και έτσι ένα πλούσιο φαγοπότι εξελίχθηκε καθώς έβλεπαν την ταινία. Στο τέλος της, φιλήθηκαν για να καληνυχτιστούν και καθώς πήγαιναν για ύπνο ο καθένας στο δωμάτιό του, ο Έκτορας φώναξε αλλοιώνοντας την φωνή του:
   «Καληνύχτα θεία Ιόλη»
    «Καληνύχτα Τζόν Μπόι, καληνύχτα Σού Έλεν» αποκρίθηκε αυτή αλλάζοντας φωνές όπως συνήθιζε, ενθυμούμενη κάποιο σήριαλ της εποχής της, από το οποίο είχε μείνει αυτή η ατάκα σαν αστείο στους συνομηλίκους της.
    «Καληνύχτα Λώρα, χα χα χα», της απάντησε πάλι αυτός γελώντας δυνατά.

    Ο Έκτορας περιεργάστηκε το δωμάτιο με το που μπήκε μέσα. Είχε μια μεγάλη μπαλκονόπορτα και ένα μικρό μπαλκονάκι που κοιτούσε στον κήπο. Στο μπαλκονάκι αυτό η θεία είχε βάλει γλάστρες με αζαλέες, γεράνια και βασιλικούς καθώς επίσης ένα μικρό τραπεζάκι με 2 πολυθρονίτσες μπαμπού. Δύο κομμάτια λεπτής κουρτίνας σε τόνους βεραμάν με αφηρημένα σχέδια από μαύρο κι άσπρο, κρέμονταν αριστερά και δεξιά της μπαλκονόπορτας. Δίπλα στο κρεβάτι υπήρχε ένα κομοδίνο πάνω στο οποίο φιγουράριζε μια φωτογραφία της θείας με τον Φοίβο. 
Αυτός ήταν λοιπόν!  Χαμογελαστός, την κρατούσε στην αγκαλιά του έχοντάς την σηκώσει στον αέρα. Πήρε την ασημένια κορνίζα στα χέρια του και προσπάθησε να μπει κι αυτός μέσα στην φωτογραφία. Να νοιώσει την στιγμή που φαινόταν ότι ήταν πολύ ευχάριστη. Μέσα στο δωμάτιο υπήρχε επίσης μια εντοιχισμένη ντουλάπα και μια πολυθρόνα. Όλα σε αρμονία και με τάξη, λες και κάποιος χρησιμοποιούσε μόνιμα αυτό το δωμάτιο. Η αλήθεια είναι ότι ειδικά τον χειμώνα που δεν μπορούσε να βγαίνει στον κήπο, αυτό το δωμάτιο χρησιμοποιούσε κυρίως η θεία του.

Έβγαλε τα παπούτσια του και έπεσε με τα ρούχα στο κρεβάτι με τα χέρια του πίσω από το κεφάλι σαν προσκέφαλο. Αυτόματα άρχισαν να έρχονται στο μυαλό του οι εικόνες που του περιέγραφε λίγες ώρες πριν, η θεία Ιόλη. Κοίταζε την φωτογραφία και σκεφτόταν ότι θα ήθελε να έχει έναν τέτοιο φίλο με τόση εμπειρία και ενδιαφέροντα, γοητευτικό και υποστηρικτικό παράλληλα. Οι περισσότεροι συνομίληκοί του δεν του ταίριαζαν, γι αυτό και απόφευγε την παρέα μαζί τους. Άραγε να είχε κάποια συγγένεια ο άντρας αυτός με την θεία; Και κατ΄επέκταση με αυτόν;
Αρκετά κοινά σημεία είχε διαπιστώσει ότι υπήρχαν μεταξύ του ιδίου και του Φοίβου. Είχε κι αυτός έντονη διάθεση για πειραματισμούς και εξερευνήσεις, ανησυχίες και διαφορετικά μεταξύ τους ενδιαφέροντα. Μερικές φορές ξένιζε με τα ενδιαφέροντά του τους φίλους του και πολλές ήταν εκείνες οι φορές που δεν τον καταλάβαιναν, οπότε κι αυτός απέφευγε (εξίσου πολλές φορές) να τους ανακοινώνει κάτι που τον απασχολούσε.
Στριφογύρισε αρκετές φορές στο μαξιλάρι του πριν καταφέρει να τον πάρει ο ύπνος.  Στην σκέψη του ερχόταν ο Φοίβος σαν μικρό παιδάκι, την περίοδο που πήγαινε στο δημοτικό. Αισθανόταν την μοναξιά του όταν δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με τους γονείς του… Εδώ αυτός, που μιλούσε και με την μάνα και με τον πατέρα και με την αδελφή του για τόσα πολλά πράγματα, πόσες φορές δεν ένοιωσε σαν να μην είχε κανένα να πει τα δικά του προβλήματα! Αυτά που πραγματικά τον απασχολούσαν βαθιά μέσα του.

      Δεν κατάλαβε πότε τον πήρε ο ύπνος και σε κάποια στιγμή λες και το δωμάτιο γέμισε με κόσμο. Στο βάθος του δωματίου, πάνω σε ένα υπερυψωμένο βάθρο ντυμένο με κόκκινη μοκέτα, υπήρχε ένας χρυσός θρόνος με περίτεχνα σκαλίσματα στα χερούλια. Μια γυναίκα υπήρχε στην δεξιά πλευρά και μια άλλη στην αριστερή, οι οποίες διαπληκτίζονταν έντονα.  Μπροστά από τον θρόνο ένας στρατιώτης με αρχαιοελληνική περιβολή κρατούσε ένα μωρό από το πόδι, το οποίο είχε πλαντάξει στο κλάμα, έτσι όπως κρεμόταν με το κεφάλι προς τα κάτω. Ο κόσμος μέσα στην αίθουσα μιλούσε μεγαλόφωνα και μέσα στην οχλοβοή ξεχώριζαν οι κουβέντες των δύο γυναικών:
- Δικό μου είναι, ούρλιαζε η μια.
- Όχι δικό μου είναι, φώναζε η άλλη.
Η μορφή από τον θρόνο σηκώθηκε, τράβηξε το σπαθί του στρατιώτη από το θηκάρι της και έπιασε το μωρό από το άλλο πόδι ψύχραιμα.
- Θα το κόψω λοιπόν στη μέση και θα δώσω στην κάθε μία από μισό, είπε με βροντερή φωνή. Ο Έκτορας προσπάθησε να δει την φυσιογνωμία του άντρα που με το σπαθί υψωμένο ετοιμαζόταν να κόψει το μωρό στη μέση, αλλά ήταν αδύνατον, γιατί η εκτυφλωτική λάμψη που τον περιέβαλλε, δεν άφηνε να φανούν τα χαρακτηριστικά του.
- Ναι να το κόψεις στη μέση, είπε η μία αποφασιστικά.
- Όοοοοχι, σε παρακαλώ. Δώσε το σε αυτήν, φώναξε σπαράζοντας η άλλη.
Γύρισε τότε απότομα και με την πλάγια όψη του σπαθιού χτύπησε την πρώτη γυναίκα με δύναμη στα οπίσθια, φωνάζοντάς της άγρια να χαθεί από μπροστά του και να μην την ξανασυναντήσει ποτέ στο δρόμο του, γιατί θα το μετανιώσει πικρά.  Έβαλε ξανά πίσω το σπαθί στη θήκη του στρατιώτη που κρατούσε το μωρό, το πήρε απαλά στην αγκαλιά του και το έδωσε στην άλλη γυναίκα μιλώντας της γλυκά:
- Πάρε κυρά μου το μωρό σου και πηγαίνετε στο καλό.
Καθώς ο επιβλητικός άντρας έδινε το μωρό από την αγκαλιά του στην αγκαλιά της γυναίκας, φάνηκε το πρόσωπο του να χαμογελάει. Ήταν ο… Φοίβος!!!

      Σε λίγη ώρα το τοπίο καθάρισε, έφυγε ο θρόνος, ο κόσμος, ο στρατιώτης και… ένα άλλο πλήθος άρχισε να κάνει παρέλαση σιγά σιγά. Εμφανίστηκε η Δανάη, ξωπίσω της η Ουρανία, δίπλα της η Μαριάννα, παρακάτω η αδελφή του η Μαριάνθη, κάπου πιο πίσω ο πατέρας του… Χαμός γινόταν! Ως και τον Πέτρο μάλλον πήρε το μάτι του σε κάποια γωνιά. Στο βάθος ένα μικρό παιδί κλεισμένο στον εαυτό του, καθισμένο στα πόδια του, ούτε που έδινε σημασία σε όλο αυτό το πλήθος. Φαινόταν σαν να έχει πλαντάξει στο κλάμα, γιατί τα μάτια του ήταν πρησμένα και κόκκινα. Παρέκαμψε όλους τους υπόλοιπους και αισθάνθηκε να πλησιάζεται με αυτό το άτομο, το οποίο είχε την αίσθηση ότι ήταν ο μικρός Φοίβος. Με τηλεπαθητική επικοινωνία ο μικρός του μεταβίβαζε ότι αισθάνεται θλίψη και οργή παράλληλα, γιατί δεν έχει κάποιον να μοιραστεί τις ανησυχίες του και ότι όλοι γύρω του ζουν ο καθένας στον κόσμο του. 

    «Νομίζω ότι έκανα άσχημα να έρθω εδώ κάτω και ιδιαίτερα σε αυτήν την οικογένεια», αντιλαμβανόταν να του λέει ο μικρός χωρίς καν να κουνάει τα χείλη του. Μόνο ένα παραπονεμένο βλέμμα και μια έκφραση απόλυτης απελπισίας ήταν ζωγραφισμένα στο πρόσωπό του.
«…να έρθω εδώ κάτω…» τι να εννοούσε άραγε με αυτήν την φράση ο μικρός;

Η μάνα του μαζί με την μάνα του Φοίβου φαινόταν να έχουν πιάσει ψιλή κουβεντούλα και πιο δίπλα, ο πατέρας του με τον πατέρα του Φοίβου έδειχναν να τα λένε κι αυτοί. Αλήθεια πως τον έλεγαν τον πατέρα του Φοίβου; Δεν θυμόταν το όνομά του. Μήπως δεν το είχε αναφέρει καν η θεία Ιόλη; Τι συνέβαινε με αυτόν τον άνθρωπο; Είχε κι αυτός ένα απογοητευμένο βλέμμα καθώς συζητούσε με τον πατέρα του, με εμφανή ένταση στο ύφος του. Κανείς από όλους δεν έσκασε ούτε ένα χαμόγελο όλη αυτήν την ώρα. Μόνο η Μαριάνθη που ήταν στον κόσμο της, απομακρυσμένη από αυτούς και καθόταν με τον καθρέφτη της και το τσιμπιδάκι βγάζοντας τα φρύδια της. Χεσμένους τους είχε όλους! Σε κάποια στιγμή έπιασε και το κινητό της και φαινόταν να διασκεδάζει πολύ την κουβέντα με τον άγνωστο συνομιλητή της. Η Μαριάννα κοιτούσε γύρω γύρω σαν χαμένη και ο Πέτρος άφαντος.

    «Δεν περνάω καθόλου καλά. Δεν υπάρχει κανείς κοντά μου να με βοηθήσει και δεν βρίσκω τον τρόπο να κάνω σχέδια για το μέλλον μου. Ανυπομονώ να μεγαλώσω για να φύγω από δω και να αναλάβω μόνος μου τη ζωή μου», συνέχιζε να του στέλνει τηλεπαθητικά μηνύματα ο ζαρωμένος στην γωνιά του μικρός.
    «Τι εννοείς ‘νάρθω εδώ κάτω’;», του απευθύνθηκε με την σκέψη του ο Έκτορας και ξαφνιάστηκε όταν αντελήφθηκε να παίρνει με τον ίδιο τηλεπαθητικό τρόπο απάντηση στο ερώτημά του.
    «Εμείς αποφασίζουμε το πότε θα γεννηθούμε και σε ποιο περιβάλλον, γιατί αυτό αποτελεί μέρος της εκπαιδευτικής μας διαδικασίας. Δεν το ήξερες;»
    «Δηλαδή εγώ μόνος μου αποφάσισα να έχω για πατέρα μου τον Θεμιστοκλή Μίχο και την Δανάη Σούτσου θέλεις να πεις;»
    «Ανάλογα με το εκπαιδευτικό στάδιο που χρειάζεται να ολοκληρώσει η κάθε ψυχή, ενσαρκώνεται στο ανάλογο περιβάλλον και με την ανάλογη μορφή», αισθανόταν τις πληροφορίες να του μεταβιβάζονται χωρίς λόγια από τον μικρό.

Ξαφνικά το δωμάτιο πλημύρισε από ένα φωτεινό ασπρο-ροζ-βιολετί σύννεφο που από μέσα εμφανίστηκε …ο Φοίβος! Με μιας όλες οι άλλες μορφές εξαφανίστηκαν, εκτός του μικρού που καθισμένος στην γωνιά του με το κεφάλι σκυφτό δεν έδειξε να αντιλαμβάνεται τίποτα.
Ο Έκτορας αισθάνθηκε γαλήνια στο πλησίασμά του, όταν δε άκουσε την φωνή του να απευθύνεται σε αυτόν, ένοιωσε σαν να βρήκε τον φίλο που πάντα χρειαζόταν.

    «Άκου να σου πω μικρέ μου, η ζωή του κάθε ανθρώπου ανήκει πρώτα από όλα σε αυτόν.
Και είναι μία!
Δεν υπάρχουν δοκιμαστικές περίοδοι.
Καλό είναι να ζει ο κάθε άνθρωπος με τρόπο τέτοιο, που να ευχαριστεί πρώτα από όλους αυτόν.
Οι άνθρωποι που τον αγαπούν, αγαπούν το να είναι ευτυχισμένος!»
Χαμογελούσε και του μιλούσε αργά, τονίζοντας κάποιες λέξεις από κάθε πρόταση. Σε κάθε μία έκανε και ένα βήμα προς το μέρος του, πλησιάζοντάς τον. Πολύ φιλικό το αισθάνθηκε αυτό το πλησίασμα καθώς ένοιωθε την αναπνοή του να είναι χαλαρή, βαθιά και ήρεμη. Η φωτεινή μορφή συνέχιζε:
    «Αν αγαπούν το να ζει όπως ευχαριστεί αυτούς, τότε δεν αγαπούν αυτόν. Αγαπούν τον εαυτό τους!
Οπότε μάλλον δεν αξίζει να χαραμίσει κανείς μια ζωή για κάποιους που αγαπούν μόνο τον εαυτό τους.
Ο καθένας για τον εαυτό του προσπαθεί να κάνει το καλύτερο. Ή τουλάχιστον είναι πολύ σημαντικό να προσπαθεί ο καθένας να κάνει το καλύτερο για τον εαυτό του.
Έτσι μαθαίνει τον τρόπο ώστε να μπορεί να κάνει κάτι καλό και για κάποιον άλλο.
Ποτέ όμως αυτό το καλό δεν γίνεται καταχρηστικά ή με το ζόρι.
Τα καλά πράγματα στην ζωή έρχονται εύκολα, άκοπα, αβίαστα, αβάδιστα… στο χώρο σας!» του έλεγε με μεγάλες δόσεις χιούμορ.

Ακούμπησε τα δάχτυλά του στα χείλη του και έστειλε ένα φιλί προς τη μεριά του Έκτορα και κατόπιν πλησίασε τον κουβαριασμένο μικρό και του χάιδεψε τρυφερά το κεφάλι.
    «Εσύ, δεν είσαι μόνος σου μικρέ. Ποτέ δεν ήσουν! Είμαι πάντα δίπλα σου εγώ. Δεν σου ταιριάζουν οι ηττοπάθειες εσένα κούκλε μου. Είσαι άντρας εσύ! Και εγώ είμαι πάντα εδώ για σένα», του είπε γλυκά.
Ο μικρός ξετύλιξε τα χέρια του από τα γόνατά του και κοιτώντας τον, χαμογέλασε…

Ο Έκτορας κοιμήθηκε πολύ βαριά εκείνο το βράδυ αλλά παραδόξως πώς, ξύπνησε το πρωί από το κελάιδισμα των πουλιών που ακουγόταν από τον κήπο. Το μεγάλο δέντρο στο κέντρο του κήπου της θείας είχε γίνει ιδιαίτερα φιλόξενος χώρος για διάφορα πουλάκια που μαζεύονταν εκεί και τιτίβιζαν χαρούμενα από το πρωί ως και το απόγευμα. Ανακάλυψε ότι τον είχε πάρει ο ύπνος με τα ρούχα και βγαίνοντας στο μπαλκονάκι είδε κάτω στον κήπο την θεία που ήδη έπινε τον καφέ της.

«Καλημέρα Σου Έλεν» της φώναξε με την χοντρή ακόμα από τον ύπνο φωνή του.
«Καλημέρα Τζον Μπόι» του αποκρίθηκε χαρούμενα αυτή.

Δεν υπάρχουν σχόλια: